Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ

"Δε φορούσε πια τη στολή του γιατί το αίμα και το κρασί είναι κόκκινα 
και στα χέρια του είχε αίμα και κρασί, όταν τονε βρήκανε κοντά στη νεκρή, 
τη φτωχή γυναίκα που αγαπούσε και σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. 
Περπατούσεν ανάμεσα στους κατάδικους ντυμένος με γκρίζα φορεσιά. 
Στο κεφάλι είχε τον κούκο του κρίκετ. Το βήμα του ήταν ελαφρό και χαρούμενο. Όμως ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο να κοιτά με τόση λαχτάρα το φως. 
Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο με τέτοιο πόθο να κοιτά το μικρό γαλάζιο κομμάτι, που οι κατάδικοι αποκαλούσαν ουρανό, και κάθε σύννεφο, που γλιστρούσε κι έφευγε με ασημόχρωμα πανιά. 
Πήγαινα με άλλες πονεμένες ψυχές και σε μιαν άλλη συντροφιά κι αναρωτιόμουν αν το κρίμα του ανθρώπου αυτού ήτανε βαρύ ή όχι, όταν άκουσα κάποιον πίσω μου να μουρμουρίζει: "αυτόνε θα τονε κρεμάσουνε". 
Χριστέ μου! Μου φάνηκε πως γκρέμιζαν οι τοίχοι της φυλακής κι ο ουρανός γύρω μου μ' έσφιγγε σα πυρωμένο ατσαλένιο κράνος. Ξέχασα τον πόνο μου στη σκέψη του δικού του.
Ήξερα μόνο ποια σκέψη τάχυνε το βήμα του και γιατί κοίταζε το λίγο φως της μέρας με τόσο ποθεινό μάτι. Είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε κι έπρεπε να πεθάνει. 


 
Κι όμως. Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι ο αντρείος με σπαθί. 
Ένας σκοτώνει την αγάπη του νέος, άλλοι όταν γερνάν, ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου, άλλος με τα χέρια του πλούτου. Οι πιο συμπονετικοί τη μαχαιρώνουνε γιατί έτσι ο νεκρός παγώνει γρηγορώτερα. 
'Αλλοι αγαπούνε λίγο, άλλοι πιότερο, άλλοι πουλάνε τον έρωτα, άλλοι τον αγοράζουν, άλλοι σκοτώνουν με δάκρια κι άλλοι βουβά χωρίς στεναγμό, γιατί καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά. Κι όμως. Δε πληρώνουν όλοι τόσον ακριβά. 

 
Δε πεθαίνει μ' ατιμωτικό θάνατο μια μέρα σκοτεινή, σιωπηλού πόνου. Δε του περνάνε στο λαιμό το σκοινί, ούτε του φοράνε τη μάσκα στο πρόσωπο. Δε νιώθει τα πόδια του στο κενό και τη σανίδα να ξεγλυστρά κάτωθε τους. Δε βρίσκεται μέσα σε σιωπηλούς φύλακες, να τονε προσέχουν νυχτοήμερα, τις ώρες που θέλει να κλάψει ή να προσευχηθεί, που φοβούνται μη κλέψει από τον δήμιο το θύμα του. 
Δε ξυπνά μια παγωμένη αυγή για να βρεθεί τριγυρισμένος από φριχτές φυσιογνωμίες που γεμίζουνε το κελί του, τον λειτουργό του Υψίστου, τον εισαγγελέα με το σοβαρό πρόσωπο και τον κυβερνήτη με το μαύρο επίσημο κοστούμι, με πρόσωπο χλωμό αυστηρό σα του τελευταίου κριτή. 
Δε σηκώνεται με πένθιμη σπουδή για να ντυθεί τη φορεσιά του μελλοθανάτου, ενώ ο γιατρός αμίλητος και σκοτεινός τονε παρατηρεί και γράφει κάθε χειρονομία και κάθε νευρική του σύσπαση, κρατώντας ρολόγι που το ελαφρό τικ-τακ του ηχεί σα βαρύ χτύπημα σφυριού. 
Δε γνωρίζει την αποκαρδιωτική δίψα που κολλά σαν άμμος στο λαιμό, πριν ο δήμιος με τα χοντρά πέτσινα γάντια του, μπει από τη σιδερόφραχτη πόρτα για να τυλίξει το λαιμό με σκοινιά, ώστε να μη ξαναδιψάσει ο λαιμός ποτέ. 
Δε σκύβει για ν' ακούσει τη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ ο φόβος της ψυχής του, του δίνει τη σιγουριά πως ακόμα δε πέθανε. Δε διασταυρώνεται με το ίδιο του το φέρετρο, περνώντας κάτω από τα φριχτά υπόγεια. 
Δε ρίχνει τη τελευταία ματιά στον ουρανό μες από γυάλινο φεγγίτη, δε προσεύχεται με πετρωμένα χείλη ζητώντας το τέλος της αγωνίας του, μήτε κι αισθάνεται με ανατριχίλα στο μάγουλό του, το φιλί του Καϊάφα..."

Oscar Wilde

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου